Τρίτη 6 Μαΐου 2014

Περπατώντας... Οδός Μοσχοπόλεως

Καθώς διασχίζουμε τους δρόμους και τα δαιδαλώδη στενά της Σιάτιστας θα διαπιστώσουμε ότι κάθε μικρό παρακλάδι του οδικού ιστού φέρει και μια διαφορετική ονομασία. Αυτό δεν πρέπει να μας προκαλεί εντύπωση αν αναλογιστούμε πως η επιλογή του ονόματος που θα δοθεί σε μια οδό μιας πόλης έχει ως στόχο να τιμήσει, να μας θυμίσει σημαντικές προσωπικότητες, σημαντικές στιγμές της πολυτάραχης ιστορίας, σημαντικές πόλεις ή τοποθεσίες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο είτε στην εξέλιξη της ελληνικής ιστορίας είτε της ίδιας της πόλης. Το μεγάλο πλήθος των ονομάτων πού έχουν χρησιμοποιηθεί για αυτό το σκοπό στη Σιάτιστα είναι μια ακόμα απόδειξη για την πλούσια ιστορία της.

Έτσι ένας από τους ρόλους που θα έχει αυτό το ιστολόγιο θα είναι να μας αποκαλύψει την ιστορία που κρύβεται πίσω από το κάθε οδωνύμιο της πόλης της Σιάτιστας. Είναι και αυτός ένας τρόπος να ενώσουμε τα κομμάτια της ιστορίας της πόλης μας.


Το πρώτα από τα κομμάτια αυτά θα αποτελέσει η οδός Μοσχοπόλεως που βρίσκεται στην περιοχή του Προφήτη Ηλία.

Η Μοσχόπολη (αλβανικά: Voskopoja) ήταν μεγάλο εμπορικό και πολιτιστικό κέντρο του 18ου αιώνα στην Βαλκανική χερσόνησο. Βρίσκεται δυτικά της Κορυτσάς στην Βόρεια Ήπειρο. Τον 18ο αιώνα η πόλη αναπτύχθηκε σε ένα από τα κύρια αστικά κέντρα των Βαλκανίων. Λόγω της συμβολής της πόλης στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό η πόλη αναφέρεται στην εποχή της ακμής της και ως «Νέα Αθήνα» ή «Νέος Μυστράς».

Ο μεγάλος οικονομικός και πολιτισμικός πλούτος της Μοσχόπολης ήρθε με την ανάπτυξη των επαφών με την Ευρώπη και τη στροφή προς το μεταπρατικό εμπόριο. Δεν είναι απίθανο να υπήρχαν, ήδη από το 1537, κάποιοι Μοσχοπολίτες ανάμεσα στους Βλάχους και Γκραίκους εμπορευόμενους της ελληνικής παροικίας της Βενετίας. Εκείνη τη χρονιά, οι πάροικοι της Βενετία δημιούργησαν ελληνική εκκλησία και ελληνικό σχολείο. Κατά τη διάρκεια πια του 17ου αιώνα, οι Μοσχοπολίτες, μέσω του Δυρραχίου, είχαν αναπτύξει ιδιαίτερα στενές εμπορικές επαφές τόσο με τη Βενετία και την Αγκώνα, όσο και με άλλα ιταλικά λιμάνια της Αδριατικής. Δραστήριοι έμποροι ταξίδευαν μέχρι εκεί μεταφέροντας διαφόρων ειδών εμπορεύματα, από όλα τα μέρη των Κεντρικών Βαλκανίων, μέχρι τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Από εκεί επέστρεφαν όχι μόνο με άλλα εμπορεύματα ή κεφάλαια, αλλά και με πολύτιμες γνώσεις. Τα ταξίδια των εμπόρων στη Βενετία ακολουθούσαν παιδιά της Μοσχόπολης με σκοπό να σπουδάσουν στα σχολεία της ή να μαθητεύσουν κοντά σε μεγάλους εμπόρους. Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως, μεταξύ 1694-1703 και 1712-1716, ο Μοσχοπολίτης λόγιος ιερέας Ιωάννης Χαλκεύς ή Χαλκείας ανέλαβε το έργο του σχολάρχη του Φλαγγίνειου Φροντιστηρίου και του ιεροκήρυκα στην ελληνική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στη Βενετία, έχοντας αρχικά διατελέσει εφημέριος της ελληνικής παροικίας του Λιβόρνου. Την ίδια εποχή οι Μοσχοπολίτες ταξίδευαν μέχρι την Κωνσταντινούπολη όχι μόνο για δικές τους ή κοινοτικές υποθέσεις, αλλά εκτελώντας υπηρεσίες και για τους Βενετούς.

Σε κάποιες εργασίες η Μοσχόπολη αναφέρεται πως ήταν τότε η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη των Οθωμανικών Βαλκανίων, μετά βέβαια από την Κωνσταντινούπολη. Γεγονός μάλλον απίθανο αν αναλογιστούμε πόλεις όπως τη Θεσσαλονίκη και την Αδριανούπολη. Ωστόσο, θα πρέπει να ήταν η μόνη τόσο μεγάλη πόλη με αποκλειστικά χριστιανούς κατοίκους. Υπήρχαν 6 μεγάλες και οργανωμένες συνοικίες και ίσως περισσότερες από 70 εκκλησίες, αριθμός μάλλον υπερβολικός. Την περίοδο της μεγάλης ακμής της πόλης, τη δεκαετία του 1730, ο πληθυσμός της είχε φτάσει τις 60.000. Μάρτυρες της ακμής της είναι οι επιβλητικοί ναοί του Αγίου Νικολάου (1721), του Αγίου Αθανασίου (1721) και των Ταξιαρχών (1722) που κοσμούνται από πολλές και αξιόλογες αγιογραφίες.

Το εξώφυλλο του τετράγλωσσου λεξικού.
Η πόλη κατοικούνταν κυρίως από Έλληνες και Βλάχους, υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα βλαχόφωνα κέντρα, με κύρια ενασχόληση το εμπόριο, την κτηνοτροφία, την κατεργασία μαλλιού, ταπητουργίας και ανάπτυξη βυρσοδεψίας. Περίφημη ήταν η πόλη και για την σιδηρουργία, την αργυροχοΐα και την χαλκουργική της. Πολλοί Μοσχοπολίτες έμποροι στη Βενετία, στη Βιέννη, στην Οδησσό, την Κωνσταντινούπολη και άλλα σημαντικά κέντρα της εποχής ενίσχυσαν οικονομικά την πατρίδα τους και συντέλεσαν στην ίδρυση σχολείου, περίπου το 1700. Το σχολείο, με την ονομασία, «Ελληνικόν Φροντιστήριο» εξελίχθηκε σε σημαντικό εκπαιδευτικό κέντρο της περιοχής, το 1744 αναβαθμίστηκε από δωρεές και μετονομάστηκε σε «Νέα Ακαδημία».

Στην Μοσχόπολη το 1731, με πρωτοβουλία του ιερομόναχου Γαβριήλ Κωνσταντινίδη δημιουργήθηκε και το δεύτερο τυπογραφείο στον χώρο του υπόδουλου ελληνισμού (μετά από αυτό της Κωνσταντινούπολης). Στο τυπογραφείο αυτό τυπώθηκε και το πρώτο τετράγλωσσο λεξικό (Ελληνικής, Αλβανικής, Βλάχικης και Βουλγάρικης γλώσσας).

Η πόλη μνημονεύεται και στην «Νεωτερική Γεωγραφία», γνωστό περιηγητικό έργο του 18ου αιώνα των Δανιήλ Φιλιππίδη και Γρηγόριου Κωνσταντά για την ακμή που σημείωνε στον τομέα του πολιτισμού και του εμπορίου.

Το 1769 λόγω της συμμετοχής της πόλης στην προετοιμασία της εξέγερσης του 1770 που είναι γνωστά ως «Ορλωφικά», η πόλη υπέστη λεηλασίες από τους Τουρκαλβανούς. Σημαντικές καταστροφές έγιναν και από τα στρατεύματα του Αλή Πασά το 1788, που κατόπιν διαταγής του, καταστράφηκαν πολύτιμοι πολιτιστικοί θησαυροί της πόλης.

Η μονή του Αγίου Προδρόμου στη Μοσχόπολη, σ'αυτήν βρήκαν καταφύγιο τα γυναικόπαιδα κατά την καταστροφή του 1769.
Η Μοσχόπολη δεν μπόρεσε να ανακτήσει την παλιά της δόξα, συνέχιζε να υπάρχει όμως ως οικισμός μικρότερης εμβέλειας. Οι κάτοικοί της κατέφυγαν σε περιοχές της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας. Πολλοί από αυτούς κατέφυγαν στην Σιάτιστα. Πολλοί άλλοι Μοσχοπολίτες μετά την καταστροφή της πόλης τους διακρίθηκαν ως έμποροι, ως τραπεζίτες και ως βιοτέχνες στην Ουγγαρία και την Αυστρία και συνέχισαν την παράδοση των προγόνων τους σε έργα ευποιίας με γενναίες δωρεές και την χρηματοδότηση κοινωφελών ελληνικών ιδρυμάτων (όπως η οικογένεια Σίνα).

Το 1916 ομάδα Αλβανών ατάκτων λεηλάτησε την πόλη κατά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο. Σήμερα είναι ένας μικρός οικισμός 700 κατοίκων, το ένδοξο παρελθόν της το υπενθυμίζουν οι εναπομείναντες ναοί που κοσμούν τους δρόμους της.

Παραπομπές
·        Μοσχόπολη https://www.youtube.com/watch?v=givBj5ICj4U

·         

Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Το κτίριο του Ελληνικού Κοινοβουλίου



Το σημερινό κτίριο που στεγάζει το Εθνικό Κοινοβούλιο είναι σίγουρα ένα από τα εμβληματικά κτήρια της Ελληνικής Κοινοβουλευτικής Δημοκρατίας. Όπως όμως θα δούμε στην συνέχεια δεν ήταν εξαρχής αυτή η χρήση του αλλά στην εξέλιξη της ιστορίας του χρησιμοποιήθηκε για διάφορους σκοπούς. Για αυτό το λόγο η ιστορική αναδρομή μας χωρίζεται σε επιμέρους περιόδους.

Περίοδος 1836-1862

Το 1832 με απόφαση της «Δ΄ κατά συνέχειαν Εθνική Συνέλευσις» εγκρίνεται και επικυρώνεται ο ορισμός του πρίγκιπα της Βαυαρίας Όθωνα ως του πρώτου βασιλιά του νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Ο Όθωνας φθάνει το 1833 στην τότε πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους το Ναύπλιο.

Από το 1833 ξεκινά ο σχεδιασμός για την κατασκευή του κτιρίου των ανακτόρων στην Αθήνα. Θα πρέπει να σημειωθεί πως η τελική του θέση επιλέχθηκε αφού ήδη είχαν προταθεί αρκετές διαφορετικές θέσεις όπως η θέση στην οποία βρίσκεται σήμερα η πλατεία Ομονοίας ενώ προτάθηκε ακόμα και ο λόφος της Ακρόπολης.
Friedrich von Gaertner (1791-1847)
Friedrich von Gaertner (1791-1847)
Το τελικό σχέδιο και θέση του κτιρίου προήλθε από τον διευθυντή της Ακαδημίας Καλών Τεχνών του Μονάχου και επίσημο αρχιτέκτονα της βαυαρικής αυλής Friedrich von Gaertner.

Στις 06.02.1836 τέθηκε ο θεμέλιος λίθος και τον επόμενο μήνα δούλευαν 520 άτομα. Το έργο ολοκληρώθηκε στις 25.07.1843. Για την κατασκευή του ο αρχικός προϋπολογισμός του είχε εκτιμηθεί στο ποσό των 5.240.000δρχ ενώ η βαυαρική κυβέρνηση δανειοδότησε για τον σκοπό αυτό την αντίστοιχη ελληνική με το ποσό των 4.640.000δρχ.

Το κτίριο είχε πρόσβαση από όλες τις πλευρές του, με τέσσερις εξωτερικές πτέρυγες που η καθεμία διέθετε τρεις ορόφους, μια μεσαία πτέρυγα με δύο πατώματα και δύο αυλές και κλιμακοστάσια.

Στο υπόγειο στεγάζονταν οι αποθήκες. Στο ισόγειο συνυπήρχαν η Γραμματεία και το Ανακτορικό Ταμείο με τους βοηθητικούς τους χώρους, το καθολικό παρεκκλήσιο του βασιλιά, το θησαυροφυλάκιο και τα μαγειρεία.

Στον πρώτο όροφο βρίσκονταν η Αίθουσα του Θρόνου, η Αίθουσα Τροπαίων, η Αίθουσα των Υπασπιστών, η Αίθουσα Χορού, η Αίθουσα Παιγνίων και η Τραπεζαρία και τα βασιλικά διαμερίσματα.

Το δεύτερο όροφο καταλάμβαναν τα ιδιαίτερα διαμερίσματα των διαδόχων, του αυλάρχη και του προσωπικού των Ανακτόρων.

Ο Friedrich von Gaertner σχεδίασε την εσωτερική διακόσμηση διαφόρων χώρων του κτηρίου.


Τα ελάχιστα αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά στοιχεία που διασώζονται έως σήμερα, είναι το μαρμάρινο κλιμακοστάσιο και οι Αίθουσες Τροπαίων και Υπασπιστών με την εικονογράφησή τους. Διατηρείται η ζωφόρος, όπου αποτυπώνονται γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και προσωπογραφίες αγωνιστών.

Δίπλα στο κτήριο των Ανακτόρων διαμορφώθηκε, με την προσωπική φροντίδα της Αμαλίας, ο Βασιλικός Κήπος. Το 1839 είχε αρχίσει η δενδροφύτευση του Κήπου των Ανακτόρων, υπό την επίβλεψη του βαυαρού γεωπόνου Smarat και του βοηθού του, Πρώσου γεωπόνου, Ludwig Michael von Schwanthaler.

Περίοδος 1862-1922

Το 1862, τα ανάκτορα κατοικήθηκαν από το νέο βασιλιά Γεώργιο Α΄. Πραγματοποιήθηκαν νέες προσθήκες και μετατροπές. Τροποποιήθηκε το κλιμακοστάσιο της ανατολικής πτέρυγας και δημιουργήθηκε το ορθόδοξο παρεκκλήσι του Αγίου Γεωργίου, στο δεύτερο όροφο.

Λόγω δύο μεγάλων πυρκαγιών (1884 και το 1909), η βασιλική οικογένεια μετακινήθηκε στο θερινό ανάκτορο του Τατοΐου.


Εργασίες μπροστά από την κύρια όψη της βουλής στις αρχές του προηγούμενου αιώνα

Οι πολιτικές και οικονομικές εξελίξεις των επόμενων ετών, διέκοψαν τις εργασίες αποκατάστασης των ζημιών.

Ο Κωνσταντίνος Α΄ όρισε το Μέγαρο της Ηρώδου Αττικού ως νέο βασιλικό ανάκτορο.

Περίοδος 1922-1928

Το 1922 το κτήριο εγκαταλείφθηκε οριστικά από τη βασιλική οικογένεια, ενώ συγχρόνως οι ιστορικές συγκυρίες το οδήγησαν σε νέες χρήσεις. Κρατικές υπηρεσίες, ιδιωτικοί κοινωνικοί φορείς, διεθνείς οργανώσεις που συντονίστηκαν για την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων που προέκυψαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή, στεγάστηκαν στο κτήριο, μαζί με δημόσιες υπηρεσίες, που εγκαταστάθηκαν για την κάλυψη των αυξανόμενων μόνιμων αναγκών της.

Μέχρι το 1925, οι παρεμβάσεις στο εσωτερικό του κτηρίου ήταν πρόχειρες διαρρυθμίσεις, με στόχο τη διαίρεση μεγάλων χώρων σε μικρότερους. Στον περίβολο των κατασκευάστηκε ένα μικρό κτίσμα, το οποίο είναι γνωστό μέχρι σήμερα ως "Παλατάκι".

Το 1928 ανεγέρθηκε το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη.

Περίοδος 1929-1975

Το 1929 η Κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου, αποφάσισε τη στέγασή της Βουλής, στα Παλαιά Ανάκτορα. Οι μετατροπές βασίστηκαν σε σχέδια του αρχιτέκτονα Ανδρέα Κριεζή.
Ανδρέας Κριεζής (1887-1962)

Έγιναν στατικές επεμβάσεις στο φέροντα οργανισμό των περιμετρικών πτερύγων, κατεδαφίστηκε η κεντρική πτέρυγα και κατασκευάστηκε νέα για τη στέγαση των Αιθουσών συνεδριάσεων.

Εξωτερικά, δημιουργήθηκε νέα είσοδος στη βορινή πλευρά, όπου κατασκευάσθηκε ένα πρόπυλο με έξι δωρικούς κίονες.

Στο ισόγειο διαμορφώθηκαν χώροι γραφείων του Πρωθυπουργού και του Προέδρου της Βουλής και στον πρώτο όροφο των υπηρεσιών της Βουλής. Στο δεύτερο όροφο διαρρυθμίστηκαν χώροι στέγασης της Βιβλιοθήκης της Βουλής και του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Στο ανακαινισμένο κτήριο των Παλαιών Ανακτόρων εγκαταστάθηκε η Γερουσία, καθώς και η Βιβλιοθήκη και το Συμβούλιο της Επικρατείας το 1934, το οποίο παρέμεινε στο κτήριο έως το 1992.

Την 01.07.1935 η Ε΄ Εθνοσυνέλευση άρχισε πανηγυρικά τις εργασίες της στη νέα αίθουσα της Ολομέλειας.

Περίοδος 1975-έως σήμερα

Το 1975 ξεκινούν οι εργασίες του εκσυγχρονισμού και της τεχνολογικής αναβάθμισης του κτηρίου. Κατασκευάστηκε πενταώροφος υπόγειος χώρος στάθμευσης στην περίμετρο του κτηρίου. Διαμορφώθηκε ο περιβάλλον χώρος, διευθετώντας την κυκλοφορία εισόδων και εξόδων του σταθμού, πραγματοποιήθηκε μαρμαρόστρωση και φυτεύτηκε ο περίβολος.


Στο εξωτερικό του κτηρίου τοποθετήθηκε ο ανδριάντας του Χ. Τρικούπη και του Ε. Βενιζέλου, έργα του γλύπτη Γ. Παππά. Το 2003 τοποθετήθηκε το άγαλμα της Μάνας του Χρ. Καπράλου.

Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Αντί εισαγωγής...

Το αντικείμενο της ιστορίας μπορεί να οριστεί ως η περιγραφή της ζωής των λαών και της ανθρωπότητας. Στόχος αυτού του ιστολογίου είναι να παρουσιάσει την ιστορία της ανθρωπότητας μέσω των μνημείων και των κατασκευών παλαιών και σύγχρονων που κατασκεύασε ο άνθρωπος. Κάθε ανθρώπινο έργο άφησε ένα αποτύπωμα στην εξέλιξη της ιστορίας και την επηρέασε σε μεγάλο ή μικρό βαθμό.

Μέσω του ιστολογίου θα εξιστορηθεί και η ζωή των προσωπικοτήτων που έπαιξαν τον ρόλο τους στην υλοποίηση τέτοιων κατασκευών. Οι προσωπικότητες έμειναν γνωστές στην ιστορία είτε μέσω τον έργων που κατασκεύασαν.
  • Ο Περικλής, ο Ικτίνος, ο Καλλικράτης και ο Φειδίας για τον Παρθενώνα…
  • Ο Ιουστινιανός με τους αρχιτέκτονες Ανθέμιο και Ισίδωρο για την Αγία Σοφία…
  • Ο Χαρίλαος Τρικούπης και ο Πέτρος Πρωτοπαπαδάκης για τον Ισθμό της Κορίνθου…


Το περιεχόμενο του ιστολογίου δεν θα περιοριστεί εδώ. Θα περπατήσουμε μέσα από τα στενά της Σιάτιστας, αφού κατά ένα κύριο σκοπό στους κατοίκους το ιστολόγιο (http://walkingsiatista.blogspot.gr/)  αναφέρεται, τα αρχοντικά της και τις εκκλησίες της. Κάθε περιοχή της έχει συγκεκριμένο τοπωνύμιο, κάθε δρόμος της έχει συγκεκριμένο όνομα και θα προσπαθήσουμε να μάθουμε περισσότερα για αυτό στον οποίο αναφέρεται.

Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου 2014

Τα Επτά Θαύματα του Κόσμου - Το Χρυσελεφάντινο Άγαλμα του Δία στην Αρχαία Ολυμπία


Το Χρυσελεφάντινο Άγαλμα του Δία κατασκευάστηκε από τον διάσημο γλύπτη Φειδία στο εργαστήριο του στην Αρχαία Ολυμπία και βρισκόταν στο ιερό του θεού στην Αρχαία Ολυμπία.

Οι περιγραφές του έχουμε προέρχονται μόνο από μαρτυρίες και αναπαραστάσεις του σε αρχαία νομίσματα.

Η κατασκευή του διήρκεσε οκτώ χρόνια και ολοκληρώθηκε πιθανότητα το 435 πΧ. Η τεχνική του Φειδία βασιζόταν ουσιαστικά σε ξύλο. Το σώμα των αγαλμάτων του ήταν ξύλινο και το εμποτιζόταν από ένα ειδικό υγρό για να μην αποξηρανθεί. Το ξύλο ήταν ντυμένο με στρώματα χρυσού και πλάκες ελεφαντοστού. Τα μάτια ήταν από πολύτιμους λίθους. Ο μανδύας από χρυσό. Το δάφνινο στεφάνι στο κεφάλι του ήταν από πράσινο σμάλτο. Ο καθήμενος Δίας ξεχώριζε μέσα στον ναό επάνω σε τρία σκαλιά και σύμφωνα με εκτιμήσεις έφτανε τα δώδεκα  μέτρα σε ύψος. Το άγαλμα ήταν περιτριγυρισμένο από τριάντα έξι ψηλές κολώνες από γρανίτη. Στο αέτωμα βρίσκονταν τεράστιες περίτεχνες αναπαραστάσεις με εικοσιένα αγάλματα.

Ο Δίας καθόταν σε έναν θρόνο που ήταν κατασκευασμένος από ελεφαντόδοντο, χρυσό, έβενο και άλλες πολύτιμες πέτρες. Στο δεξί του χέρι ο Δίας κρατούσε ένα μικρό άγαλμα της θεάς Νίκης και στο αριστερό του ένα δεμάτι με κεραυνούς, που ήταν το σήμα κατατεθέν του θεού. Παντού γύρω του βρίσκονταν πλήθος από αγάλματα που παρίσταναν άλλες μεγαλοπρεπείς σκηνές. Στα πόδια του ήταν δύο σφίγγες με έφηβους άνδρες. Πιο πίσω οι τρεις Χάριτες. Οι άθλοι του Ηρακλή, η μάχη του Θησέα με τις Αμαζόνες και η οικογένεια της Νιόβης. Δύο καθιστά λιοντάρια φύλαγαν τον Δία. Στα πλαϊνά βρίσκονταν μετάλλινες πλάκες με χαραγμένες παραστάσεις της αναδυόμενης Αφροδίτης, το πολεμικό άρμα του Ήλιου, και το άρμα της Σελήνης. Η σκεπή πάνω από το άγαλμα ήταν ανοικτή για να μπαίνει άπλετο φως. Επισκέπτες όπως ο Αιμίλιος Παύλος, νικητής επί των Μακεδόνων, έμεινε έκπληκτος από την μεγαλοπρέπεια του αγάλματος και από την τελειότητά του.

Το ανεκτίμητο αυτό ανάθημα πέρασε μια ταραχώδη περίοδο μέχρι την ολική καταστροφή του. Αρχικά χτυπήθηκε από κεραυνό δίχως να υποστεί σοβαρές ζημιές ενώ στην συνέχεια το 40 μΧ, ο ιδιόρρυθμος αυτοκράτορας της Ρώμης Καλιγούλας ήθελε να μεταφερθεί το άγαλμα στην Ρώμη και να αντικατασταθεί το πρόσωπο του από την δική του μορφή. Το ταξίδι αυτό δεν πραγματοποιήθηκε αφού το καράβι πριν αναχωρήσει κάηκε από κεραυνό.


Καταστράφηκε κατά τον 5ο αιώνα μΧ κατά την περίοδο των διώξεων του Αυτοκράτορα του Βυζαντίου Θεοδοσίου κατά του αρχαίου ελληνικού κόσμου και δυστυχώς δεν βρέθηκε ούτε καν αντίγραφο του.

Στο παρακάτω βίντεο γίνεται ένα αφιέρωμα στο άγαλμα του Δία: